επιτυχής

επιτυχής
ης, ες успешный, удачный;

επιτυχής έκβαση (εκλογή) — удачный исход (выбор) (чего-л.);

επιτυχ εορτή — хороший праздник;

επιτυχής απάντηση — удачный ответ;

επιτυχές επιχείρημα — удачный довод


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "επιτυχής" в других словарях:

  • ἐπιτυχής — hitting the mark masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτυχής — ές (AM ἐπιτυχής) 1. εύστοχος, αποτελεσματικός (α. «επιτυχής βολή, εκλογή» κ.λπ. β. «επιτυχείς αγώνες») 2. αυτός που έγινε καλά, ο σύμφωνος ή ανάλογος με τον επιδιωκόμενο σκοπό, αυτός που αρμόζει, που επιβάλλεται να είναι (α. «επιτυχής συμφωνία» β …   Dictionary of Greek

  • επιτυχής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, που πετυχαίνει (ή που πέτυχε) το σκοπό του, ο εύστοχος, ο επιτυχημένος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιτύχῃς — ἐπιτυγχάνω hit the mark aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυχῆ — ἐπιτυχής hitting the mark neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐπιτυχής hitting the mark masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐπιτυχής hitting the mark masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυχεῖ — ἐπιτυχής hitting the mark masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἐπιτυχής hitting the mark masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυχεῖς — ἐπιτυχής hitting the mark masc/fem acc pl ἐπιτυχής hitting the mark masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυχές — ἐπιτυχής hitting the mark masc/fem voc sg ἐπιτυχής hitting the mark neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυχεστάτῳ — ἐπιτυχής hitting the mark masc/neut dat superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυχεστέρους — ἐπιτυχής hitting the mark masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυχοῦς — ἐπιτυχής hitting the mark masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»